Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Real Life

Χθες βράδυ είμαι στο ποτάμι και στρίβω στην έξοδο της Ρενώ. Ακριβώς πάνω στη στροφή ένας ρώσος με το χαμόγελο της υπέρτατης ευτυχίας κουνάει ένα μικρό σημαιάκι που είχε, πανηγυρίζοντας την μεγάλη πρόκριση της εθνικής ομάδας της χώρας του. Του κορνάρω και κάνω το σήμα της νίκης. Βγήκε στην εθνική να πανηγυρίσει για την εθνική. Σκέφτεστε τίποτα καλύτερο;

Την περασμένη Κυριακή έχω πάει για φαγητό σ’ ένα ουζερί της γειτονιάς. Κάποια στιγμή έρχεται ένας τύπος που πουλάει αναπτήρες. Η πρώτη παρέα αγοράζει, ο καταστηματάρχης επίσης και φτάνει στην δεύτερη παρέα, ένα νεαρό ζευγάρι με την κοπέλα στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της. Πέντε αναπτήρες ένα ευρώ και αυτοί του δίνουν έξι. Κομπιάζει για λίγο κι ύστερα επιμένει να πάρει μόνο το ένα. Το παλικάρι τον καλεί να καθίσει μαζί τους για μια μπύρα κι ένα μεζέ. Δακρύζει και τελικά δέχεται. Σεμνή φυσιογνωμία. Σεμνή χειρονομία.

Τις τελευταίες ημέρες ψάχνω για καινούριο ποδήλατο. Ειλικρινά δε βρίσκω ούτε μισό καλό λόγο για τη διαφορά των 600 ευρώ σ’ ένα συγκεκριμένο μοντέλο μεταξύ Ελλάδας και Αγγλίας. Εξακόσια Ευρώ! Το λέω και τρέμω από τα νεύρα μου. Μου έρχεται να πιάσω τον αντιπρόσωπο και με τη μέθοδο του Βλαντ Τσέπες να τον καρφώσω στο παλουκόσελο.

Αεράκι σήμερα, ότι πρέπει για σερφ.

Δευτέρα 12 Μαΐου 2008

Τάφοι


Παρατηρώ το χώρο γύρω μου και νιώθω τα χαρτομάντιλα και τις εφημερίδες να κινούνται απειλητικά εναντίον μου, σέρνονται ημιθανή στο χαλί που κι αυτό δεν μετράει πολλές μέρες, όπου να ‘ναι θα εξαφανιστεί για να έρθει πίσω το Νοέμβρη, ένα μήνα σαφέστατα επαναστατικό που εκτός των άλλων κουβαλάει και τα γενέθλια μου. Αυτό το απέραντο χοιροστάσιο των οκτώ κόμμα ένα τετραγωνικών συγκεντρώνει όλες τις φυλές των αντικειμένων τακτοποιημένες με τη μέθοδο του βομβαρδισμού. Κι όμως δεν έχει έρθει ακόμη ο καιρός για τον σαφή διαχωρισμό τους, προτιμώ να τα βλέπω έτσι να αποσυντίθεται κι εγώ να μένω άπραγος στο μεγαλείο της φύσης που τα οδηγεί σιγά σιγά σε μαρασμό και απαξίωση έτσι ώστε να έρθει η στιγμή που θ’ αρχίσουν να μεταλλάσσονται, να βρίσκουν τη χαμένη υπόσταση τους ή ακόμα και την αξιοπρέπεια τους. Σε αυτό το πάζλ πάντα θα λείπει ένα κομμάτι.

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Please Refuel


Πήρα πρωινό και βγήκα στο μπαλκόνι για να χορτάσω τη συννεφιασμένη Κυριακή παρέα με τις κυριακάτικες εφημερίδες αγορασμένες πάντα το βράδυ του Σαββάτου κάπου στο κέντρο. Και μιλώντας για εφημερίδες θυμάμαι την Πέμπτη το βράδυ δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, να έχουν από μία Athens voice και να βγάζουν τα μάτια τους προσπαθώντας να διαβάσουν τη στήλη «Σε είδα» με άθλιες συνθήκες φωτισμού. Προτιμότερο θα ήταν πιστεύω στις ίδιες συνθήκες φωτισμού να έβγαζαν τα μάτια τους με κάποιο άλλο τρόπο κι έπειτα να έστελναν sms στη στήλη «Ξέρεις εσύ» για να κανονίσουν το επόμενο ραντεβού. Πάντως αυτή η στήλη παραείναι συντηρητική και θα προτιμούσα μια πιο ειλικρινή προσέγγιση του ζητήματος από τους αναγνώστες – αποστολείς. Βλέπει κάποιος π.χ. μια κοπελίτσα, της χαμογελάει, παραλύει στο στόμα του, εξαφανίζεται η γλώσσα του κι ενώ έχει γουρλώσει τα μάτια του από τα βυζιά ή τον κώλο της κοπέλας πάει και της γράφει για τα μάτια και το χαμόγελο της. Ρε αρχι-πινόκιο σιγά μη σε τράβηξε και ο πλούσιος εσωτερικός της κόσμος. Τέλοσπάντων, αλλιώς το ξεκίνησα το ποστ και αλλού οι εφημερίδες με οδήγησαν, το έλεγα εγώ πάντα ότι τα Μ.Μ.Ε. χειραγωγούν τον πολίτη και τον οδηγούν σε λάθος δρόμους και να που πέφτω κι εγώ ο ίδιος θύμα αυτής της κατευθυνόμενης ενημέρωσης και πήρα λάθος κατεύθυνση. Πάντως αυτό με τα παιδιά που διάβαζαν το σε είδα μου φάνηκε πολύ θλιβερό. Άκουσα χθες για τον πανικό που έχει γίνει στα βενζινάδικα, τις ουρές χιλιομέτρων και τις πολύωρες αναμονές για λίγα λίτρα βενζίνης κατ’ αναλόγια του για μια χούφτα δολάρια. Δεν έχω ασχοληθεί με την υπόθεση, δε ξέρω τι ζητάνε οι οδηγοί των φορτηγών, τους βλέπω με μια συμπάθεια γιατί πολλές φορές αναγκάζονται σε παράλογη υπερεργασία αν και γενικώς πιστεύω ότι οι απεργίες δε θα έπρεπε να είναι εκβιαστικού χαρακτήρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως που έχουμε φτάσει να έχουμε την απόλυτη εξάρτηση από τα αυτοκίνητα γουστάρω να ξεμείνουμε από καύσιμα. Το ντόμινο που μπορεί να προκύψει είναι τεράστιο. Ελπίζω βέβαια να μην υπάρχει πρόβλημα με ασθενοφόρα και γενικώς με κάθε όχημα που θα ήταν εγκληματικό να μην μπορεί να κινηθεί. Έχω κι αυτήν την αλλεργία που μ’ έχει τσακίσει κι όλο μ’ ένα χαρτομάντιλο στο χέρι είμαι.

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Collector's Edition

Λοιπόν θα ήθελα να σας ανακοινώσω ότι από σήμερα 13 Απριλίου ξεκινώ να μαζεύω χαρτάκια Panini για το Euro 2008. Μοιράζομαι λοιπόν αυτό το συγκλονιστικό γεγονός μαζί σας έτσι ώστε αν βρεθούν στην κατοχή σας αυτά τα αυτοκολλητάκια να μου στείλετε ένα μειλάκι για να κανονίσουμε το αλισβερίσι.

C ya!

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Μπρατσάκια Έξω

Σηκώθηκα από το γραφείο αργά, σχεδόν διστακτικά και προχώρησα προς τον στόχο που έχω κρεμάσει δεξιά και πάνω από το κεφάλι μου στον τοίχο που εφάπτεται της πόρτας την οποία σε τέτοιες περιπτώσεις καλό είναι να κρατάω κλειστή, κανόνα όμως που δε μπορώ πάντα ν’ ακολουθήσω, ιδιαιτέρως όταν είμαι τελείως μόνος στο παιχνίδι και προσπαθώ ν’ αλιεύσω συμπαίκτες από τις κλεφτές ματιές που ρίχνουν έξω από την πόρτα ή όταν ρίξω καμιά επιτυχημένη βολή και καρφωθεί το βελάκι σε κανέναν περαστικό ή απλά στον τοίχο δίπλα στις τουαλέτες ή ακόμα ακόμα αν είμαι στις πολύ δυνατές μου μέρες και πάρει φάλτσα αυτό το μυτερό σκατουλάκι με αποτέλεσμα να βρεθεί μέσα στην τουαλέτα και να καρφώσει πισώπλατα τον καψερό που πλένει τα χέρια του μετά από ένα απολαυστικό χέσιμο. Κάπως έτσι πρέπει να βγήκαν και οι φήμες για τις πισώπλατες μαχαιριές στη δουλειά. Εγώ με λίγο στυλ και φαντασία αντικατέστησα το μαχαίρι με τα βελάκια και το αποτέλεσμα παραμένει συναρπαστικό.

Όμως δε σκεφτόμουν βελάκια και τέτοιες παπαριές όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το ποστ. Αυτό που με βασανίζει είναι κάτι πιο σοβαρό και βεβαίως πιο φλέγον ως ζήτημα. Κι αυτό είναι η ομοιότητα των στρουμφς τα οποία κλείνουν τα 50 χρόνια τους φέτος κι εμένα ειδικά μ’ έχουν στιγματίσει επειδή όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο είχα ντυθεί μπαρμπα-στρουμφ χωρίς όμως τα γένια αλλά μ’ εκείνο το χαρακτηριστικό απωθητικό κόκκινο που μ’ έκανε ορκισμένο Παναθηναϊκό αν και τότε έμενα Λάρισα και θα μπορούσα να το δω πιο συμβιβαστικά το όλο ζήτημα καθότι το βυσσινί της αγαπημένης Αελάρας είναι μια απόχρωση του χρώματος αυτού που δε θα κατονομάσω για δεύτερη φορά. Διάβαζα λοιπόν το σχετικό άρθρο στο Έψιλον κι έγραψε ότι το ύψος των στρουμφακίων υπολογίζεται σε είκοσι πόντους όσο ακριβώς είναι το μέγεθος ενός προικισμένου πέους ενώ στις σχετικές εκδηλώσεις θα υπάρχουν μεγάλα ομοιώματα από στρουμφάκια όπως ακριβώς γίνεται και στη Διονυσιακή τελετή που λαμβάνει χώρα στον Τύρναβο και η πόλη στολίζεται με φαλλούς σε όλα τα πιθανά μεγέθη και είδη, όπως κανάτες για τσίπουρο, κεριά, κ.λ.π. κ.λ.π.

Επομένως καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι τα στρουμφάκια είναι άμεσα επηρεασμένα από την διονυσιακή λατρεία και το κρυφό τους νόημα είναι τα όργια, οι ακραίες σεξουαλικές καταστάσεις και συνευρέσεις και ίσως αυτά τα μικροσκοπικά μπλε ανθρωπάκια να ήταν και οι πρώτοι εναλλακτικοί δονητές. Για τη στρουμφίτα δε θα μιλήσω σήμερα αλλά ενθυμούμενος το ντύσιμο της και τις υψηλές θερμοκρασίες της ημέρας θέλω να τονίσω το γεγονός πως όλες οι κοπέλες που κυκλοφορούσαν γύρω στις τρεις το μεσημέρι είχαν πετάξει τα μακρυμάνικα στην ντουλάπα τους και νομίζω πως σήμερα μπορούμε να μιλάμε για την πρώτη ημέρα της άνοιξης, την έναρξη της οποίας έδωσε το σάλπισμα από τα μπρατσάκια που κατάκλυσαν τους δρόμους.

Επειδή όμως η έμπνευση έρχεται μαζί με τους φίλους σας λέω ωρεβουάρ και γκουντμπάι μέχρι την επόμενη στρουμφοσυνάντηση μας…

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Do That Stuff

Ο Μάκης Πετρόπουλος, αποτυχημένος ραδιοφωνικός παραγωγός, επέλεξε πολύ προσεκτικά τα cd που θα έπαιρνε μαζί του στο σταθμό και ξεκίνησε με το ποδήλατο μέχρι τη στάση του μετρό, συνήθεια που τηρούσε ευλαβικά κάθε ημέρα πλην των βροχερών, με σκοπό την αποτροπή δημιουργίας τύψεων στην οικολογική του συνείδηση, η οποία από την ημέρα που καβάλησε για πρώτη φορά το κόκκινο βέλος όπως αλά ινδιάνικα είχε βαφτίσει το mountain bike του ή αλλιώς γουρούνα, κοιμόταν ήσυχη και μαζί με εκείνη και αυτός.

Δεν ήταν όμως μόνο οι μέρες ραδιοφώνου προς χρήση του ποδηλάτου. Σχεδόν κάθε ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό, πλην όσων ο ήλιος έφερνε και καύσωνα μαζί του, φόραγε ένα δικής του έμπνευσης τισερτ, fruit of the loom, μ’ ένα ουράνιο τόξο και κάτι κατακόκκινες παπαρούνες ενώ με χριστιανική γραμματοσειρά δέσποζε το σύνθημα «Ήλθε η άνοιξις / Ήλθε ο Τσίπρας».

Είχε ξυπνήσει με πονοκέφαλο και πριν ακόμα πάει στο μπάνιο να πλυθεί, ψαχούλεψε το ντουλάπι με τα φάρμακα στην κουζίνα, βρήκε ένα παυσίπονο, το έβαλε στο στόμα του, το θρυμμάτισε με τα δόντια του και ήπιε όσο ζουμί είχε περισσέψει στην καφετιέρα. Αναπόλησε τα παιδικά του χρόνια, τότε στο γυμνάσιο που έπινε στα κρυφά τα μεσουλίντ της μάνας του μαζί με κόκα κόλα, προσδοκώντας μάταια αποτελέσματα σαν αυτά του lsd.

Στο σταθμό έπινε πάντα ένα καφέ που έφερνε μαζί του από το γωνιακό τυροπιτάδικο το οποίο είχε κάτι τεράστια χάρτινα κύπελλα που τον έφταναν άνετα για μια τρίωρη εκπομπή. Όπως έμπαινε μέσα στο στούντιο άφηνε το μαύρο δερμάτινο σακάκι του και την τσάντα με τα cd ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που έκρυβε την τσάντα με το σακάκι για να γλιτώσει το κάζο από τον ηχολήπτη. Ο ηχολήπτης, ένας σπουδαστής των Ι.Ε.Κ. που δούλευε τζάμπα για να μάθει τη δουλειά και με όνειρα για μεγάλες συναυλίες έπιανε τ’ αρχίδια του κάθε φορά που έβλεπε τον Μάκη λες και παρουσιαζόταν μπροστά του κανένας παπάς. Τον φώναζε απολιθωμένο κι έμπαινε κρυφά στο στούντιο πετώντας του cd σαν φρίσμπι ή σαΐτες που έγραφαν «Σταμάτα πια να τα κουβαλάς, αφού Playlist παίζουμε» και γέλαγε με ένα δήθεν σατανικό ύφος.

Ο Μάκης διάλεγε τα cd σπίτι του για ψυχολογικούς λόγους κυρίως. Όλη του η εκπομπή ήταν τραγούδια που δε χώνευε, μαλακισμένα μηνύματα από χορηγούς και ακροατές, διαγωνισμοί με sms και κατάθλιψη. Είχαν και δύο μήνες να τον πληρώσουν λόγω οικονομικών δυσκολιών του σταθμού και τα νεύρα του είχαν τσιτώσει άσχημα. Ζούσε με δανεικά κι έτρωγε μόνο φακές και μακαρόνια κι αυτά σκέτα. Ευτυχώς είχε κάτι γνωριμίες σε μερικά μπαρ κι έπινε τζάμπα γιατί αν έπρεπε να πληρώνει και τα ποτά του θα είχε κηρύξει πτώχευση μέσα στις πρώτες δύο εβδομάδες.

Σκεφτόταν το δυσοίωνο μέλλον του όταν άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια και για την ακρίβεια όταν άρχισε το έντερο του να διαμαρτύρεται. Στριφογύριζε στην καρέκλα και ίδρωνε αλλά αποτέλεσμα δεν έβλεπε. Δε μπορούσε να κρατηθεί με τίποτα. Έδωσε ένα σάλτο κι ανέβηκε πάνω στην κονσόλα, άνοιξε τα μικρόφωνα και κατέβασε το παντελόνι του ενώ ο ηχολήπτης που τον έβλεπε από το τζάμι είχε αρχίσει το χειροκρότημα. Του έφυγαν στο δευτερόλεπτο ενώ ούρλιαζε «Σας έχω χεσμένους, σας έχω χεσμένους ρε, χεσμέεεεεεεεεεεεεεεεεεεεενους, χεσμένους, χεσμένους, χεσμένους». Σκουπίστηκε με το μποξεράκι του κι ύστερα το κρέμασε σα λάβαρο πάνω στο μικρόφωνο. Φόρεσε το δερμάτινο του και κρέμασε περήφανα την τσάντα του στον ώμο. Έφτυσε πίσω του και με το κεφάλι ψηλά έφυγε μια ώρα αρχύτερα. Πήγε και τύπωσε ένα τισερτ που έγραφε «Η επανάσταση είναι πολύ βορβορώδης πράξη». Το έκανε μεταξοτυπία για να μη ξεβάψει. Η πωλήτρια χαρακτηριστικά του είπε «Εμείς θα πεθάνουμε, αυτό ποτέ».